ΣΧΟΛΙΟ

Λεηλασίες
Πολύς λόγος γίνεται για το πώς επιχειρεί να λεηλατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την παραδοσιακή δεξαμενή του Κινήματος Αλλαγής. Δεν ξέρω ποιος έχει την πρωτότυπη άποψη πως οι πολιτικές δεξαμενές είναι έννοιες στατικές, πάντως πρέπει να ξαναδούμε διάφορα πράγματα.

Για παράδειγμα, να θυμηθούμε πώς λεηλάτησε το ΠΑΣΟΚ μεταπολιτευτικά τα συνθήματα, το θυμικό, τις παραδόσεις, την κληρονομιά της Αριστεράς. Πώς εναρμόνισε - ευφυώς - τον αντιιμπεριαλισμό ή τα αντιαμερικανικά αισθήματα της κοινωνίας με έναν νέο ρεαλισμό και διαμόρφωσε έτσι τις νέες του κοινωνικές συμμαχίες - που μεταφράστηκαν σε πολιτική πλειοψηφία. Πώς ακόμη και το μαρτυρολόγιο της Αριστεράς ενσωματώθηκε στην πρώιμη ρητορική του. Πώς δανείστηκε μέρος του προγράμματός της, πώς δόμησε μια ολόκληρη λογική πάνω στις εθνικοποιήσεις ή στον εκδημοκρατισμό των δομών.
Η Αριστερά, στη γωνία της, παρά τις δικαιώσεις της καθ' όλη τη Μεταπολίτευση, παρέμεινε μειοψηφική, ενοχοποιήθηκε για τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ, κατηγορήθηκε για τον Εμφύλιο, χαρακτηρίστηκε ακραία από τον νέο πασοκάνθρωπο. Και το πιο πετυχημένο πρότζεκτ, εκείνης της εποχής (το ΠΑΣΟΚ), έφτιαξε σιγά σιγά τη δική του ιδεολογική ηγεμονία στην πλάτη της, έναν ήπιο λυρισμό των συνθημάτων και των ανεκπλήρωτων αιτημάτων, με ολίγη από τεχνική εξουσίας και κοτζαμπασισμό.
Αν σήμερα η δεξαμενή εκείνη λεηλατείται από τον ΣΥΡΙΖΑ, φαντάζομαι πως δεν πρέπει να εγκαλείται το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, αλλά το κενό που άφησε ακάλυπτο το σημερινό ΠΑΣΟΚ ή ΚΙΝΑΛ τέλος πάντων. Αν σήμερα η δημοκρατική δεξαμενή του ΚΙΝΑΛ λοξοκοιτάζει προς τα αριστερά, θα πρέπει αυτοκριτικά το ΚΙΝΑΛ να σταθεί στο πότε ακριβώς ταυτίστηκε με τον νεοφιλελευθερισμό, πότε μετεξελίχθηκε από κόμμα σε κράτος, πότε συγκυβέρνησε με τη Νέα Δημοκρατία, πότε συνέβαλε στη συμπίεση του εργατικού κόστους και στο ξεχαρβάλωμα του κοινωνικού κράτους. Εδώ η ειρωνεία: ενός κοινωνικού κράτους που εν πολλοίς το ίδιο οικοδόμησε στην πρώτη του νιότη. Φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε πως δεν ξύπνησε ένα πρωί ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ (από το 2012) και πήγε στην Κουμουνδούρου. Ούτε ξαφνικά συμπάθησε τον Δραγασάκη και τον Βούτση. Κάτι συντελέστηκε στην ελληνική κοινωνία που μετατόπισε τις προθέσεις και τις επιλογές. Ετσι κι αλλιώς το ρευστό σκηνικό του Μνημονίου ευνόησε τις μετατοπίσεις, είδαμε κοσμογονικές αλλαγές, είδαμε τον φασισμό μέσα στη Βουλή ή το τέλος κομμάτων.
Δεν μπορεί όμως με όρους θεολογίας να εγκαλείται ένας κόσμος που πήγε πολιτικά κάπου αλλού. Δεν μπορεί να ερμηνεύεται κάθε φορά μια μετακίνηση ως Αποστασία, όρος φορτισμένος και ιστορικά δεδομένος, που παραπέμπει μόνο στο συγκλονιστικό 1965. Δεν μπορεί να περιγράφονται ως γυρολόγοι οι βουλευτές ή οι πολιτευτές που πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ από άλλους που εγκατέλειψαν την Ενωση Κέντρου για να φτιάξουν το ΠΑΣΟΚ ή από αυτούς που, από ΠΑΣΟΚ, σήμερα ανάβουν κερί στον Μητσοτάκη.
Σε μια εποχή που τα μεσαία στρώματα καταρρέουν οικονομικά και άρα δεν παράγουν ηγεμονίες, όπως παλιά, είναι δεδομένο πως οι μετακινήσεις - πάνω συχνά στον ίδιο οικονομικό οδικό χάρτη - θα αποτελούν στοιχείο των ημερών. Και εδώ είναι τα κόμματα και οι οργανικοί τους διανοούμενοι για να πολεμήσουν να πάρουν με το μέρος τους την πλειοψηφία.
Σήμερα, και ενόψει εκλογών, ας καταλάβουν επίσης κάποιοι πως ένας κόσμος, πολύς, ψηφίζει πια τον ΣΥΡΙΖΑ ως μέρος ή ακόμη και ως εγγυητή μιας νέας κανονικότητας. Τον επιλέγουν ως ένα μεγάλο δημοκρατικό κόμμα, δε, που πιστώνεται και μια σειρά πραγμάτων, προοδευτικών τομών. Οποιος δεν θέλει να το δει, απλώς δεν βλέπει την πραγματικότητα. Κανείς δεν λεηλατεί κανέναν, εκτός κι αν νομίζουμε πως ο κόσμος δεν έχει κριτήριο ή δεν έχει μνήμη.

 

Ατζέντα